εποικοδομή

η (AM ἐποικοδομή)
το εποικοδόμημα
μσν.
φρ. «οἴκων ἐποικοδομαί» — κατοικίες, σπίτια.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐποικοδομή — superstructure fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποικοδομῇ — ἐποικοδομέω build up pres subj mp 2nd sg ἐποικοδομέω build up pres ind mp 2nd sg ἐποικοδομέω build up pres subj act 3rd sg ἐποικοδομέω build up pres subj mp 2nd sg ἐποικοδομέω build up pres ind mp 2nd sg ἐποικοδομέω build up pres subj act 3rd sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποικοδομαῖς — ἐποικοδομή superstructure fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποικοδομαί — ἐποικοδομή superstructure fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐποικοδομήν — ἐποικοδομή superstructure fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εποικοδόμηση — η (AM ἐποικοδόμησις) εποικοδομή νεοελλ. περαιτέρω ανάπτυξη αρχ. βαθμιαία συσσώρευση εκφράσεων, κλίμαξ («ὡς Ἐπίχαρμος ποιεῑ τὴν ἐποικοδόμησιν, ἐκ τῆς διαβολῆς ἡ λοιδορία ἐκ δὲ ταύτης ἡ μάχη», Αριστοτ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐποικοδομῶν — ἐποικοδομέω build up pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἐποικοδομέω build up pres part act masc nom sg (attic epic doric) ἐποικοδομή superstructure fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.